Ο Σπόρος
Ο ΣΠΟΡΟΣ
Έχει
περάσει καιρός,τόσος που δεν θυμάμαι
πόσος,από εκείνη την καταραμένη
φθινοπωρινή μέρα που μια τεράστια
κοφτερή λεπίδα έσκισε στα δύο το δροσερό
μου σπιτικό, και με άφησε εκτεθειμένο
στο όριο της κομμένης επιφάνειας.
Αμέσως, Μια ηλιαχτίδα με τύφλωσε και,πριν
προλάβω να αντιδράσω,ένα χέρι σήκωσε
το κομμάτι στο οποίο βρισκόμουν. Χώθηκα
βιαστικά προς το κέντρο μα μια οδοντοστοιχία
διέλυσε το ταβάνι και με χτύπησε. Τότε,
οι παλίρροια ενός κύματος από σάλιο και
χαλάσματα με πήρε μαζί της,ώσπου με
ξέβρασε το άμποντι, βίαια και αποφασιστικά.
Έτσι
κατέληξα σε ξερό και άγονο χώμα,μοναχός
και άστεγος. Φοβόμουν,και η ο καυτός
ήλιος με είχε ζαλίσει, αλλά ήξερα τι
ήθελα,τι χρειαζόταν να κάνω. Έτσι,
αποφάσισα να κυλήσω μακριά από αυτό τον
ξερότοπο,να βρω το κατάλληλο μέρος και
να ριζώσω. Να φτιάξω ένα νέο σπιτικό.
Αφέθηκα
λοιπόν στους αέρηδες,και πήγαινα όπου
με πήγαιναν αυτοί. Μα υπήρξαν φορές που
δεν μου άρεσε η διαδρομή που μου διάλεγαν,
πάντα χωρίς να ξέρω το γιατί. Αυτές τις
φορές, μάζευα την ελάχιστη αδράνεια που
είχα, και τους πήγαινα κόντρα,έπεφτα
πάλι στο χώμα και κυλούσα προς τυχαίες
κατευθύνσεις, μέχρι να κουραστώ και να
αφεθώ και πάλι στους ανέμους. Πέρασα
από χιλιάδες και χιλιάδες τόπους
,συνάντησα διάφορα κλίματα και ακούμπησα
κάθε είδος χώματος που μπορεί κανείς
να αγγίξει.
Μα
ποτέ δεν βρήκα το κατάλληλο μέρος...
Ποτέ
δεν ρίζωσα...
Ποτέ
δεν έφτιαξα το νέο σπιτικό...
Η
αλήθεια είναι πως είχα αναρίθμητες
φορές την επιλογή να χωθώ στο χώμα και
να αφήσω τις βροχές να με ποτίσουν.
Μα
ποτέ δεν το έκανα
Ποτέ,κανένα
χώμα και κανένα κλίμα δεν ήταν αρκετά
καλό.
Κι
έτσι οι μέρες μεγάλωσαν, γίναν μήνες.
Οι μήνες γέρασαν και γίναν χρόνια. Κι
εγώ συνέχισα, να αφήνομαι στους ανέμους
και να κυλάω,πάντα με την ίδια αρχική
τυχαιότητα.
Ώσπου
ένα απόγευμα, ένας βοριάς με σήκωσε. Ένας βοριάς τόσο δυνατός που όσο και να
προσπάθησα,δεν κατάφερα να του πάω
κόντρα. Με πήρε άθελα μου από τη γη και
με έφτασε ως τον ωκεανό. Μα πάνω που
νόμιζα πως θα με βοηθήσει να τον
διασχίσω,με εγκατέλειψε.
Και
τώρα πέφτω στο νερό. Σε μια στιγμή θα
συγκρουστώ μαζί του. Με έναν ανεπαίσθητο
παφλασμό θα σκίσω την επιφάνεια του, θα
φτάσω ως το πάτο του και θα πέσω μαλακά
στην άμμο του, για να μείνω εκεί ως το
τέλος, να υποδύομαι το κόκκο.
Ποτέ
δεν ρίζωσα και ποτέ δεν θα ριζώσω.
Γιατί
πάντα με ένοιαζε το μέρος, πιο πολύ απ'το σπιτικό...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου