Ρεβεγιόν
Σαν παιδί, μυθοποίησα πολύ το ετήσιο ρεβεγιόν για την αλλαγή του χρόνου, που πάντα γινότανε είτε στο σπίτι μας, είτε στο σπίτι κάποιων εκ των συνήθων υπόπτων. Κι ενώ περάσανε δεκάδες ρεβεγιόν, κι από τη παιδική ηλικία πέρασα στην εφηβεία και την θολή μου ενηλικίωση, κάθε χρόνο ξεθάβω μαζί με τα στολίδια και το δέντρο εκείνη τη μαγεία που έβρισκα στα ανυπόμονα παιχνίδια στο καθιστικό, στο "στην υγειά μας", στο τσιμπούσι και την αντίστροφη μέτρηση. Κάθε χρόνο φιλοξενώ στο δωμάτιο μου εκείνο το αόρατο ξωτικό που καθότανε ανάμεσα μας στο καναπέ, αντιληπτό μονάχα από την μαγική κάμερα του πατέρα μου. Κάθε πρώτη Γενάρη, το ξυπνάω από νωρίς και αφού μας φτιάξω δυο καφέδες, του πιάνω τη κουβέντα. Και μου λέει για όλα όσα πέρασε μες τη χρονιά, του λέω κι εγώ τα - ομολογουμένως πιο βαρετά - δικά μου, και αφού αφήσουμε στις κούπες μας μόνο κατακάθια, το κατευοδίζω για το ταξίδι για το τόπο του, που διαρκεί 6 μήνες, και κάθε χρονιά το κάνει δύο φορές.