Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Αύγουστος, 2020

Αγκίστρια

Εικόνα
 1. Ο κόλπος του Αη-Ηλία Ο κόλπος του Αη-Ηλία είναι το αγαπημένο μέρος των ψαράδων, και κατ'επέκταση το αγαπημένο μέρος εμάς, των ψαριών. Παράξενο, το ξέρω, αλλά στα μολυσμενα αυτά νερά δύσκολα βρίσκεις τροφή πιά. Οπότε εξαρτώμαστε πλήρως απ'τους ανθρώπους και τα δολώματα τους. Έτσι, κάθε μέρα ερχόμαστε εδώ και κολυμπάμε ανάμεσα στις πετονιές, ψάχνοντας κομμμάτια που έπεσαν από τα αγκίστρια τους ή άλλα που δεν στερεώθηκαν καλά και μπορούμε να τα πάρουμε χωρίς να τρυπηθούμε. Μα αυτά συνήθως τα ρίχνουν άπειροι ψαράδες, που διαλέγουν φθηνιάρικα,άνοστα κι ανθιυγεινά για έμας δολώματα. Οι περισσότεροι απο μας διαλέγουν αυτά,προτιμώντας την ασφάλεια που τους παρέχει η απειρία μερικών ανθρώπων. Όμως αυτοί γερνάνε και πεθαίνουν γρηγορότερα. Για αυτό κάποιοι άλλοι,κυνηγούν τους έμπειρους ψαράδες, αυτούς με τα καλά δολώματα,και προσπαθούν να αρπάξουν τη τροφή που είναι καλά στερεωμένη στα αγκίστρια τους. Περνούν ώρες ολόκληρες γύρω από ένα μικρό κομμάτι, και μόλις βρουν τη κα...

Η απολογία ενός τυχαίου

Εικόνα
"Νόμιζα ότι ήταν γέλια.", δικαιολογήθηκα. "Ότι ήταν παιδιά που έπαιζαν , ή κάποια παρέα που έκανε χαβαλέ. Δέν ήξερα. Είπα στον εαυτό μου πως δεν ήταν κάτι σοβαρό, και συνέχισα τον δρόμο μου. Κατέβηκα τον λόφο και περπάτησα μέχρι την λίμνη" "Και εκεί το είδες;"ρώτησε. "Ναί εκεί το είδα." "Νόμιζα ότι ήταν μπογιά. Απλή κόκκινη μπογιά που κάποιο από τα παιδιά που γελούσαν νωρίτερα έχυσε καταλάθος στην όχθη. Πάλι δεν έδωσα σημασία. Σήκωσα τα πατζάκια μου, μπήκα στα ροζ νερά και άρχισα να ανεβαίνω προς την άλλη μεριά της λίμνης." "Κι εκεί είδα το πρώτο" "Νόμιζα ότι ήταν κούτσουρο. Ένα μεγάλο,φρεσκοκομένο κούτσουρο, που έπεσε, επέπλευσε και εντέλει σφήνωσε στα βραχάκια. Πέρασα τις πληγές για ρόζους, τα μαλλιά για μύκητες και τα κουρελιασμένα ρούχα για σκουπίδια που παρέσυρε το ξύλο. Έτσι το προσπέρασα, και συνέχισα να ανεβαίνω. Συνάντησα κι άλλα, περίπου μια ντουζίνα, και όλα τα αγνόησα, πιστός στην αρχική μου αισιόδ...

Στη Χώρα των Γιγάντων

Εικόνα
 Είμαστε εγκλωβισμένοι στη χώρα των γιγάντων. Και κάνεις μας δε θυμάται πότε ή πως καταλήξαμε έδω.  Κανέις μας δε θυμάται τη προηγούμενη, ελέυθερη ζωή του, τι κι αν όλοι μας είμαστε σίγουροι πως είχαμε μία. Κι ο χρόνος περνά , κι οι μέρες φέυγουν σαν δραπέτες, χωρίς κανένας μας να τις παίρνει χαμπάρι, μιας και κάποιες γιγάντιες σκιές επιβάλουν το απόλυτο σκοτάδι. Μας περιβάλουν τα -πελώρια για εμάς και μικρά για αυτα -τείχη, που έχτισαν με τα σπασμένα τους παιχνίδια τα παιδιά των γιγάντων για να μας κρατούν φυλακισμένους. Κι όσο εκείνα πάιζουν μεταξύ τους, έμεις κρυβόμαστε , μη πέσει κάποιο απτά παιχνίδια τους πάνω μας και μας πλακώσει. Κι όταν βαριούνται τα παραδοσιακά τους παιχνίδια, σηκώνουμε τα μικροσκοπικά μας χέρια γεμάτοι προθύμια, για να τα διασκεδάσουμε. Τα αφήνουμε να μας σηκώνουν, να μας πετούν το ένα στον άλλο. Μερικές φορές μάλιστα, όταν τίποτα δεν τα ικανοποιεί, αρχίζουμε και χτυπιόμαστε μεταξύ μας. Κι αυτά γελάνε όσο πληγώνουμε ο ένας τον άλλο, όσο α...