Το Σάκιασμα

 ΣΑΚΙΑΣΜΑ
Η σύντομη ζωή μου ήταν ωραία πριν οι άνθρωποι αρχίζουν το λιομάζωμα. Μόλις που είχα πεταχτεί στην άκρη ενός κλαριού, και στεκόμουν εκεί ,με τα όμορφα ανοιχτά πέταλα μου να σαγηνεύουν τους περαστικούς, και να ομορφαίνουν τον κήπο στον οποίο φύτεψαν τη τριανταφυλλιά που με γέννησε.

Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που κάποιος αποφάσισε να κλαδέψει την ελιά που στέκει λίγο παραδίπλα ,ακλόνητη εδώ και δεκαετίες. Ακούστηκε για μερικές στιγμές ο ήχος του πριονιού που σκίζει το ξύλο, και μετά είδα ένα τεράστιο κλαρί,φορτωμένο με εκατοντάδες καρπούς να κρύβει τον συννεφιασμένο ουρανό και να πέφτει πάνω μου. Το βάρος του έκοψε το λεπτό κλαρί που με κρατούσε και τα φύλλα με αγκάλιασαν, με απέσπασαν απ'το υπόλοιπο φυτό και με πήραν μαζί τους,για να προσγειωθούμε εν τέλει στο στρωμένο λιόπανο.
Έτσι ξέμεινα εκεί,θαμμένο . Συχνά πυκνά,έπεφταν κι άλλα κλαριά και κάλυπταν τις λίγες χαραμάδες που άφηναν το φως να περνά,όποτε λίγες ώρες μετά,γύρω μου βασίλευε το απόλυτο σκοτάδι. Αυτό,μέχρι την στιγμή που ο ίδιος άνθρωπος που με έδιωξε από τον θρόνο μου στην άκρη του κλαριού ,άρχισε να σηκώνει τα κλαριά ελιάς που με είχαν θάψει . Δεν άργησε να έρθει η σειρά μου.
Με το που σήκωσε το τελευταίο κλαρί ,τα φύλλα και οι καρποί του με πήραν πάλι αγκαλιά ,και έτσι σηκώθηκα κι εγώ.Τότε εκείνος σταθεροποίησε το κλαρί με το ένα του χέρι, και με το άλλο το χτένισε , για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα φύλλα και το ξύλο. Μα εγώ δε ξεχώρισα...
Το χτένι του με τράβηξε με βία και με έριξε, μαζί με τις ελιές,σε μια άλλη μεριά του πανιού. Εκεί θάφτηκα και πάλι,από τους καθαρισμένους καρπούς και κατέληξα ξανά στο σκοτάδι. Μόνο που δεν ξαναβγήκα από αυτό...
Ένα τεμπέλικο χέρι με έσπρωξε μαζί με μια χούφτα ελιές σε ένα τσουβάλι ,έπειτα έφερε κι άλλες μέχρι να το γεμίσει ,το έδεσε για να μη χυθούμε κι μετά το σήκωσε για να το μεταφέρει κάπου. Λίγο αργότερα , μια μηχανή αυτοκινήτου άναψε, κι ένιωσα να κινούμαστε ξανά. Όταν σταματήσαμε,μια φωνή μου πρόδωσε ότι "Φτάσαμε στο λιοτρίβι". Κι εκεί μας σήκωσαν για μια τελευταία φορά...
Ο Θόρυβος των μηχανών που δουλεύουν σκέπασε κάθε άλλο ήχο.Από εκεί και μετά,όλα έγιναν γρήγορα. Κάποιος έλυσε τον κόμπο που έκλεινε το σακί και το άδειασε,ρίχνοντας μας σε ένα μεταλλικό διάδρομο. Εκεί μας έπλυναν,και το νερό μούσκεψε τα τσακισμένα πέταλα μου.Και ξάφνου,από το πουθενά φύτρωσαν κάτι τεράστιες,καλά ακονισμένες λεπίδες ,που άρχισαν να χτυπούν μανιωδώς τους καρπούς ,να τους σκίζουν και να συνθλίβουν το πυρήνα τους . Οι λείοι και σφαιρικοί καρποί έγιναν μια παχύρευστη,εννιαία μάζα. Μάζι τους κι εγώ.
Οι λεπίδες έκοψαν τα πέταλα και έλιωσαν τη καρδία μου. Έγινα πάστα,διαλύθηκα μες το πολτό και έπαψα να υπάρχω.

Τώρα πια δεν στέκομαι στην άκρη εκείνου του κλαριού. Κανείς δεν σαγηνεύεται από τα πέταλα μου και κανένας κήπος δεν ομορφαίνει με τη παρουσία μου. Καμία μέλλισσα δεν θα καθίσει πάνω μου,να φορτωθεί την γύρη μου και να τη σκορπίσει.
Κάνεις ερωτευμένος δεν θα με κόψει για να με χαρίσει στο άλλο του μισό ,και καμία ερωτευμένη δεν θα με τυλίξει με τα απαλά της χέρια χαμογελαστή, ούτε θα με φέρει κοντά στο πρόσωπο της για να με μυρίσει.
Κανένα βάζο δεν θα γεμίσει με νερό για να με φιλοξενήσει και κανένα τραπέζι δεν θα στολιστεί από την ομορφιά μου.
Κι όλα αυτά γιατί,ένας αδέξιος άνθρωπος με γκρέμισε και ένα τεμπέλικο χέρι με έσπρωξε σε ένα τσουβάλι. Όλα αυτά ,εξαιτίας μιας απλής απροσεξίας...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"Μαρέν" βιβλιοπωλείο-χαρτοπωλείο

Ο Σπόρος

ΠΛΑΖ