ΛΕΡΝΑΙΑ ΦΥΤΡΑ
Μέχρι που, έναν Μάρτη σαν όλους τους άλλους, τα φυτά πετάχτηκαν απότομα.
Ο Δήμος, που ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και του κήπου,ποτέ δεν έμαθε γιατί δυνάμωσαν έτσι. Μονάχα υπέθετε.
"Μπορεί να βρήκαν κάποιο υπόγειο ρεύμα. Ίσως και να έσπασαν οι ρίζες τον βόθρο,για να ταΐσουν τα κοτσάνια τους", έλεγε στη γυναίκα και τα παιδιά του κάθε φόρα που φορούσε τα παλιόρουχα που είχε για τις δουλειές, και έβγαινε έξω με μια ψαλίδα και ένα πριόνι, για να κόψει κάπως μάταια τα κλαδιά και τα φύλλα που πλησίαζαν το σπίτι.
Ο Δήμος ήταν υπάλληλος σε μια επιχείρηση που έμεινε μικρή μόνο χάρη στην τεμπελιά των αφεντικών του, τα οποία είχαν μετατρέψει τη συμφωνία τους για οκτάωρη εργασία σε μία αορίστου ωραρίου κακοπληρωμένη εκμετάλλευση της ανάγκης που είχε για τον μισθό τους.
Έτσι κατέληξε να γυρίζει σπίτι του τις καθημερινές ταλαιπωρημένος, περασμένες 10 ,και να βρίσκει τα παιδιά του να κοιμούνται. Μόνο τα σαββατοκύριακα έβρισκε χρόνο για την οικογένεια του, έπαιζε με τα παιδιά,βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού και έκανε βόλτες με τη γυναίκα του στο κήπο,πότιζαν μαζί τα φυτά και χαιρόντουσαν τη φύση που είχαν φυλακίσει τα κάγκελα τους.
Μέχρι που έναν Μάρτη σαν όλους τους άλλους, τα φυτά πετάχτηκαν απότομα.
Έκτοτε, κάθε Σάββατο σηκωνόταν ταυτόχρονα με τον ήλιο, και έκοβε,έκοβε ,έκοβε, μέχρι τα φυτά και το σπίτι να αποκτήσουν την απόσταση που είχαν παλιά. Έπαυε μόνο για το μεσημεριανό φαγητό και για να κοιμηθεί και έπειτα συνέχιζε ,μέχρι να ολοκληρώσει το στόχο του τη Κυριακή. Μα μεσοβδόμαδα τα φυτά ξαναπετάγονταν.
Κι έτσι κάθε σαββατοκύριακο,κάθε βδομάδας,κάθε μηνός,κάθε χρόνου, ο Δήμος έκοβε και έκοβε και έκοβε, βλέποντας στα κλεφτά,πίσω απ΄τα πριονίδια και τα φύλλα την οικογένεια του να ζει χωρίς αυτόν.
Ώσπου γέρασε,και οι αντοχές του στέρεψαν, ενώ οι ρίζες των φυτών συνέχισαν να τα ταΐζουν. Τα χέρια του έπαψαν να έχουν τη δύναμη να πριονίζουν και να ψαλιδίζουν, κι η καρδιά του έγινε πολύ αδύναμη για να χτυπά.
Τα φυτά νίκησαν λοιπόν.
Πέταξαν κλαριά που πέταξαν κι άλλα με τη σειρά τους και αγκάλιασαν τους τοίχους.
Κι ο Δήμος είναι κάτω από το χώμα, εγκλωβισμένος στις ρίζες τους, και τις ποτίζει με τα δάκρυα του. Δάκρυα που κυλούν για τα χαμένα παιχνίδια και τις χαμένες βόλτες. Δάκρυα που βγήκαν απ'τα μάτια που όσο ζούσε , έβλεπαν τη ζωή του να εκτυλίσσεται χωρίς αυτόν, πίσω απ΄τα πριονίδια και τα φύλλα

Τελειοοοο😊❤️
ΑπάντησηΔιαγραφή