Ο Γέρος με την Ομπρέλα - Διήγημα
![]() |
Ένας γεράκος περιμένει.
Αυτό το απόγευμα τα χνώτα του βγαίνουν χαρούμενα, κι ενθουσιασμένα σμίγουν με μιας με την ομίχλη.
Λίγο πιο κάτω ένα αμάξι ανεβαίνει.
Αυτό το απόγευμα τα φώτα του φέγγουν απόκοσμα, κι ακυρωμένα σβήνουν βαθιά στην ίδια ομίχλη.
Ο Γεράκος βλέπει την λάμψη κι αναθαρρεί. Σηκώνει την πλάτη του από τον τοίχο του σπιτιού του και περπατάει προς τα κάτω. Κρατώντας με προσπάθεια σταθερή την ομπρέλα του και ζυγίζοντας κάθε βήμα του, κατεβαίνει το μονοπατάκι που οδηγεί στον δρόμο. Στην αριστερή του τσέπη, είναι χωμένο το χέρι του, για να προστατεύεται από το κρύο και να προστατεύει τα κέρματα που πήρε μαζί του. Στην δεξιά, μια παλιά φωτογραφία ενός γαμπρού και μιας νύφης, ξεφτισμένη στην βάση της από τα πολλά χωσίματα και βγαλσίματα.
Φτάνει στον δρόμο, στέκεται στο φανερότερο σημείο του – πριν τη στροφή – και περιμένει. Η βροχή δυναμώνει, κι ακόμη μια μηχανική λάμψη φαίνεται στον ελικοειδή δρόμο. Πρώτα περνάει ένα αμάξι. Χαιρετάει, ρωτάει αν είδανε τον φούρναρη, και τους κατευοδώνει. Μέτα φτάνει ο φούρναρης.
“Καλημέρα κύριε Κώστα! Τα συνηθισμένα;”
Ο Γεράκος γνέφει καταφατικά, και ανταλλάζει μερικά απ’ τα κέρματα του με μια φραντζόλα ψωμί και τρία κουλούρια. Το βανάκι φεύγει, αφήνοντας πίσω του τη μυρωδιά της ζεστής σφολιάτας και της καμένης βενζίνης.
Ξέρει πως από μακριά θα φαίνεται χαμένος, ένας καημένος και μόνος γέρος, ένα ραμολιμέντο, όπως τον έλεγε περιπαιχτικά εκείνη κάθε φορά που της παραπονιόταν για τα γηρατειά του. Κι εκείνος παρίστανε τον θιγμένο, μα την έπιανε από τη μέση και την φιλούσε, και περικυκλωμένα από το ζαρωμένο και χλωμό δέρμα, τα χείλη της είχαν την ίδια αίσθηση που είχαν πάντα.
Μέχρι που εκείνη έφυγε. Όπως ήθελε, πριν προλάβει να γεράσει. Πριν το δεχτεί, έστω. Ένα βράδυ με βροχή, σαν και αυτό, κούρνιασε στην αγκαλιά του στον καναπέ, τυλιγμένη στην κουβέρτα και τα χέρια του, και δεν έφυγε ποτέ.
Μόνος του πια, συνέχισε σαν μην είχε αλλάξει τίποτα. Κάθε πρωί κατέβαινε και της έπαιρνε ψωμί και τρία κουλούρια: ένα για εκείνον, ένα για εκείνη, και ένα ακόμα τάχα για το απόγευμα, όπου πάντα το έτρωγε αυτή αμέσως μετά το πρώτο της, χωρίς ποτέ να το παραδεχθεί.
Η απόφαση της αποτέφρωσης έπεσε σαν κεραυνός στη κόρη τους, μα την βεβαίωσε πως δεν ήταν δίκη του. Του το είχε πει εκείνη, μια από τις νύχτες που αντιλαμβανότανε τυχαία τη φθορά της.
“Αν φύγω πριν από σένα, κάνε με στάχτη, και σκόρπισε με στο ρυάκι. Να ακολουθώ το νερό όσο κάνει τον κύκλο του, για πάντα. Να σου κρατάω παρέα σαν βροχή και σαν υγρασία στα τζάμια.”
Κι έτσι και έκανε. Σκόρπισε την στάχτη τελετουργικά στο ρυάκι στην άκρη του δρόμου. Το παγωμένο βουνίσιο νερό την καλοδέχτηκε. Την ήπιαν τα πουλιά και τα ζωάκια, την απορρόφησε το χώμα, την πήραν μαζί της οι υδρατμοί και την έκαναν σύννεφο. Έπειτα την έριξαν κάτω σαν βροχή.
Κι από τότε, κάθε πρωί, ο Γεράκος παίρνει την ομπρέλα του – χωρίς ποτέ να την ανοίγει – και κατεβαίνει στον δρόμο. Παίρνει μια φραντζόλα και τρία κουλούρια, και όσο τρώει το ένα, σκορπίζει το ψωμί και τα άλλα δύο στο δάσος, να φάνε τα πουλιά και τα ζωάκια της. Όταν βρέχει, χαμογελά περισσότερο, κι το μουσκεμένο σουσάμι στα χείλη του έχει την ίδια αίσθηση που είχε πάντα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου