Στη Χώρα των Γιγάντων
Είμαστε εγκλωβισμένοι στη χώρα των γιγάντων.
Και κάνεις μας δε θυμάται πότε ή πως καταλήξαμε έδω. Κανέις μας δε θυμάται τη προηγούμενη, ελέυθερη ζωή του, τι κι αν όλοι μας είμαστε σίγουροι πως είχαμε μία. Κι ο χρόνος περνά , κι οι μέρες φέυγουν σαν δραπέτες, χωρίς κανένας μας να τις παίρνει χαμπάρι, μιας και κάποιες γιγάντιες σκιές επιβάλουν το απόλυτο σκοτάδι.
Μας περιβάλουν τα -πελώρια για εμάς και μικρά για αυτα -τείχη, που έχτισαν με τα σπασμένα τους παιχνίδια τα παιδιά των γιγάντων για να μας κρατούν φυλακισμένους. Κι όσο εκείνα πάιζουν μεταξύ τους, έμεις κρυβόμαστε , μη πέσει κάποιο απτά παιχνίδια τους πάνω μας και μας πλακώσει. Κι όταν βαριούνται τα παραδοσιακά τους παιχνίδια, σηκώνουμε τα μικροσκοπικά μας χέρια γεμάτοι προθύμια, για να τα διασκεδάσουμε. Τα αφήνουμε να μας σηκώνουν, να μας πετούν το ένα στον άλλο. Μερικές φορές μάλιστα, όταν τίποτα δεν τα ικανοποιεί, αρχίζουμε και χτυπιόμαστε μεταξύ μας. Κι αυτά γελάνε όσο πληγώνουμε ο ένας τον άλλο, όσο ανοίγουμε τις μύτες και τα κεφάλια μας, όσο σπάμε τα κόκκαλα μας και αλληλοσκοτωνόμαστε. Μα δεν έχουμε κι άλλη επιλογή.
Αν σταματήσουμε να τα διασκεδάζουμε,μπόρει πάνω στη πλήξη τους να ξεσπάσουν πάνω μας, και να μας αφανίσουν. Εχουμε χασει καθε ελπίδα να δραπετεύσουμε, όποτε απλώς συνεχίζουμε να προσπαθούμε να τα κρατάμε χαρούμενα. Γιατι προτιμάμε να είμαστε τα παιχνίδια τους,παρά τα θύματα τους.
Λες και έχουν διαφορά αυτά τα δύο.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου