Απόσπασμα από "Το Βασίλειο" (31/08/2023)
Όπως εύκολα θα παρατηρήσετε
παρακάτω, πολλά από τα παρακάτω κείμενα, είναι δυστυχώς ανώνυμα. Κι αυτό γιατί,
όσο και να προσπάθησα, δεν μπόρεσα να προσδιορίσω το πρόσωπο που τα έγραψε. Συγχρόνως,
ούτε τους τόπους συγγραφής τους κατάφερα να προσδιορίσω, αν και για αρκετά από
αυτά, είναι ίσως εμφανείς.
Παρόλα αυτά, θεωρώντας πως η
ανωνυμία αυτή τα καθιστά γενικεύσιμα, θα σας πουλήσω αυτή μου την αδυναμία ως
πλεονέκτημα.
Καλή ανάγνωση!
...Στο μεταξύ, επίτρεψε
μου να σου αφηγηθώ ένα περιστατικό που θα συνεχίσει την συζήτηση, έστω και με
τους φυσικούς περιορισμούς της απόστασης και του χαρτιού.
Την ώρα που γράφω αυτό
το γράμμα, ίσα-ίσα που χαράζει η Δευτέρα. Την Παρασκευή το απόγευμα λοιπόν,
πήγα προς το δάσος, για να ελέγξω τις φρουρές. Παρόλο που δεν πιστεύω ούτε λίγο
τις φαντασιοπληξίες και τις τρομοκρατίες των αυλικών μου, είπα να τηρήσω το
καθήκον μου και να το κάνω. Αφού τελείωσα με τα τυπικά, γύρισα προς τα πίσω,
μέχρι που, γύρω στα 300 μέτρα από την πόλη, το άλογο μου σωριάστηκε ξαφνικά στο
χώμα.
Ευτυχώς δε
τραυματίστηκα εγώ. Σηκώθηκα σχεδόν κατευθείαν με μονάχα ένα σχίσιμο στο χέρι,
και τότε είδα ένα ανθρωπάκο, μαζεμένο και ξερακιανό, να κρατάει μια σφεντόνα.
Τα μούσια του ήταν γεμάτα φυλλαράκια και κλαράκια, και τα μάτια του γεμάτα
μίσος. Με το που άρχισε να με πλησιάζει, δεν σου το κρύβω πως τρόμαξα. Μα
εκείνος δεν με άγγιξε, μονάχα άρχισε να με βρίζει. Με αποκάλεσε ανίκανο,
δυνάστη, σιχαμένο, κακό, μου ευχήθηκε ολόψυχα να αρρωστήσω να ψοφήσω και να
σαπίσω στα πλούσια κρεβάτια μου, με έφτυσε και τέλος ξέσπασε σε κλάματα κι
έπεσε στα γόνατα μου.
Μου είπε πως δεν
αντέχουν άλλο. Με ρώτησε πως μπορώ να τους φέρομαι έτσι, πως γίνεται να μην έχω
τύψεις. Μου μίλησε για τη γυναίκα του, που τη μία μέρα έβγαζε όνομα στη γάτα
και την άλλη την μαγείρευε. Μου είπε για το παιδί του, που είναι άρρωστο, και
πως δεν έχει ούτε λίγα κέρματα για τα γιατρικά του, γιατί είναι βότανα και
έχουν γίνει δυσεύρετα και ακριβά επειδή απαγορεύεται να πάνε στο δάσος. Μου
είπε πως πια δεν περπατάει καν, πως μένει όλη μέρα ξαπλωμένο και χλωμό σαν
Λευκίτης.
Προσπάθησα να τον
ηρεμήσω, να του εξηγήσω. Ελπίζω να άκουσε έστω μια λέξη. Ύστερα έβγαλα το σπαθί
μου από το θηκάρι του, έκοψα ένα από τα σμαράγδια που κοσμούσαν τη ζώνη μου και
του το έδωσα. Τον συμβούλεψα να το γυαλίσει πριν το πουλήσει, και τον βεβαίωσα πως
θα είναι αρκετό για όποια γιατροσόφια χρειαστεί το παιδί του. Τότε σηκώθηκε σαν
μανιακός, και με φίλησε στον ώμο, στο ακριβές σημείο που με πέτυχε η φτυσιά
του. Έτρεξε πίσω στην πόλη. Εγώ σκότωσα το άλογο για να μην υποφέρει, και
γύρισα πίσω. ...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου