Αναρτήσεις

Αγκίστρια

Εικόνα
 1. Ο κόλπος του Αη-Ηλία Ο κόλπος του Αη-Ηλία είναι το αγαπημένο μέρος των ψαράδων, και κατ'επέκταση το αγαπημένο μέρος εμάς, των ψαριών. Παράξενο, το ξέρω, αλλά στα μολυσμενα αυτά νερά δύσκολα βρίσκεις τροφή πιά. Οπότε εξαρτώμαστε πλήρως απ'τους ανθρώπους και τα δολώματα τους. Έτσι, κάθε μέρα ερχόμαστε εδώ και κολυμπάμε ανάμεσα στις πετονιές, ψάχνοντας κομμμάτια που έπεσαν από τα αγκίστρια τους ή άλλα που δεν στερεώθηκαν καλά και μπορούμε να τα πάρουμε χωρίς να τρυπηθούμε. Μα αυτά συνήθως τα ρίχνουν άπειροι ψαράδες, που διαλέγουν φθηνιάρικα,άνοστα κι ανθιυγεινά για έμας δολώματα. Οι περισσότεροι απο μας διαλέγουν αυτά,προτιμώντας την ασφάλεια που τους παρέχει η απειρία μερικών ανθρώπων. Όμως αυτοί γερνάνε και πεθαίνουν γρηγορότερα. Για αυτό κάποιοι άλλοι,κυνηγούν τους έμπειρους ψαράδες, αυτούς με τα καλά δολώματα,και προσπαθούν να αρπάξουν τη τροφή που είναι καλά στερεωμένη στα αγκίστρια τους. Περνούν ώρες ολόκληρες γύρω από ένα μικρό κομμάτι, και μόλις βρουν τη κα...

Η απολογία ενός τυχαίου

Εικόνα
"Νόμιζα ότι ήταν γέλια.", δικαιολογήθηκα. "Ότι ήταν παιδιά που έπαιζαν , ή κάποια παρέα που έκανε χαβαλέ. Δέν ήξερα. Είπα στον εαυτό μου πως δεν ήταν κάτι σοβαρό, και συνέχισα τον δρόμο μου. Κατέβηκα τον λόφο και περπάτησα μέχρι την λίμνη" "Και εκεί το είδες;"ρώτησε. "Ναί εκεί το είδα." "Νόμιζα ότι ήταν μπογιά. Απλή κόκκινη μπογιά που κάποιο από τα παιδιά που γελούσαν νωρίτερα έχυσε καταλάθος στην όχθη. Πάλι δεν έδωσα σημασία. Σήκωσα τα πατζάκια μου, μπήκα στα ροζ νερά και άρχισα να ανεβαίνω προς την άλλη μεριά της λίμνης." "Κι εκεί είδα το πρώτο" "Νόμιζα ότι ήταν κούτσουρο. Ένα μεγάλο,φρεσκοκομένο κούτσουρο, που έπεσε, επέπλευσε και εντέλει σφήνωσε στα βραχάκια. Πέρασα τις πληγές για ρόζους, τα μαλλιά για μύκητες και τα κουρελιασμένα ρούχα για σκουπίδια που παρέσυρε το ξύλο. Έτσι το προσπέρασα, και συνέχισα να ανεβαίνω. Συνάντησα κι άλλα, περίπου μια ντουζίνα, και όλα τα αγνόησα, πιστός στην αρχική μου αισιόδ...

Στη Χώρα των Γιγάντων

Εικόνα
 Είμαστε εγκλωβισμένοι στη χώρα των γιγάντων. Και κάνεις μας δε θυμάται πότε ή πως καταλήξαμε έδω.  Κανέις μας δε θυμάται τη προηγούμενη, ελέυθερη ζωή του, τι κι αν όλοι μας είμαστε σίγουροι πως είχαμε μία. Κι ο χρόνος περνά , κι οι μέρες φέυγουν σαν δραπέτες, χωρίς κανένας μας να τις παίρνει χαμπάρι, μιας και κάποιες γιγάντιες σκιές επιβάλουν το απόλυτο σκοτάδι. Μας περιβάλουν τα -πελώρια για εμάς και μικρά για αυτα -τείχη, που έχτισαν με τα σπασμένα τους παιχνίδια τα παιδιά των γιγάντων για να μας κρατούν φυλακισμένους. Κι όσο εκείνα πάιζουν μεταξύ τους, έμεις κρυβόμαστε , μη πέσει κάποιο απτά παιχνίδια τους πάνω μας και μας πλακώσει. Κι όταν βαριούνται τα παραδοσιακά τους παιχνίδια, σηκώνουμε τα μικροσκοπικά μας χέρια γεμάτοι προθύμια, για να τα διασκεδάσουμε. Τα αφήνουμε να μας σηκώνουν, να μας πετούν το ένα στον άλλο. Μερικές φορές μάλιστα, όταν τίποτα δεν τα ικανοποιεί, αρχίζουμε και χτυπιόμαστε μεταξύ μας. Κι αυτά γελάνε όσο πληγώνουμε ο ένας τον άλλο, όσο α...

"Μαγνητάκια"

Εικόνα
     "Μαγνητάκια"      Η μετακόμιση στο νέο σπίτι, τελείωσε με τη τοποθέτηση των οικιακών συσκευών. Τα έφερε ένα φορτηγό ένα πρωί , και εγώ,όντας μόνος, έχασα πολύ χρόνο βάζοντας τες στη θέση τους. Έτσι,στο τέλος της ημέρας, ήταν όλα έτοιμα. Το πλυντήριο, στεγνό, περίμενε να του δώσω εντολή να δροσιστεί, τα μάτια της κουζίνας με κοιτούσαν σα να παρακαλούσαν να τα άναψω, και το ψυγείο,στέκονταν κατάλευκο και άδειο στη γωνία, έτοιμο να γεμίσει.     Από την επόμενη κιόλας μέρα, άρχισα να οργανώνω τη νέα μου ζωή και να σχεδιάζω ταξίδια. Πάντα ήθελα να ταξιδέψω, να δω άλλα ,διαφορετικά μέρη. Είχα αποφασίσει μάλιστα, σε κάθε μέρος που πηγαίνω , να αγοράζω ένα μαγνητάκι, και να το βάζω στη πόρτα του ψυγείου,για να θυμάμαι το ταξίδι. Ήθελα να πάω σε τόσο πολλά μέρη, που το ψυγείο θα γέμιζε μαγνητάκια,κι εγώ θα γέμιζα τη μνήμη μου με πολλές μοναδικές εμπειρίες.     Το πλυντήριο έπλυνε δεκάδες φορές, πάνω στα μάτια μαγείρεψα εκατοντάδε...

ΛΕΡΝΑΙΑ ΦΥΤΡΑ

Εικόνα
Πάντα υπήρχε μια κάποια απόσταση ανάμεσα στα φυτά του κήπου και τους τοίχους του σπιτιού.  Μέχρι που, έναν Μάρτη σαν όλους τους άλλους, τα φυτά πετάχτηκαν απότομα.  Ο Δήμος, που ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και του κήπου,ποτέ δεν έμαθε γιατί δυνάμωσαν έτσι. Μονάχα υπέθετε. "Μπορεί να βρήκαν κάποιο υπόγειο ρεύμα. Ίσως και να έσπασαν οι ρίζες τον βόθρο,για να  ταΐσουν  τα κοτσάνια τους", έλεγε στη γυναίκα και τα παιδιά του κάθε φόρα που φορούσε τα παλιόρουχα που είχε για τις δουλειές, και έβγαινε έξω με μια ψαλίδα και ένα πριόνι, για να κόψει κάπως μάταια τα κλαδιά και τα φύλλα που πλησίαζαν το σπίτι. Ο Δήμος ήταν υπάλληλος σε μια επιχείρηση που έμεινε μικρή μόνο χάρη στην τεμπελιά των αφεντικών του, τα οποία είχαν μετατρέψει τη συμφωνία τους για οκτάωρη εργασία σε μία αορίστου ωραρίου κακοπληρωμένη εκμετάλλευση της ανάγκης που είχε για τον μισθό τους. Έτσι κατέληξε να γυρίζει σπίτι του τις καθημερινές ταλαιπωρημένος, περασμένες 10 ,και να βρίσκει τα παιδιά...

Το Σάκιασμα

Εικόνα
 ΣΑΚΙΑΣΜΑ Η σύντομη ζωή μου ήταν ωραία πριν οι άνθρωποι αρχίζουν το λιομάζωμα. Μόλις που είχα πεταχτεί στην άκρη ενός κλαριού, και στεκόμουν εκεί ,με τα όμορφα ανοιχτά πέταλα μου να σαγηνεύουν τους περαστικούς, και να ομορφαίνουν τον κήπο στον οποίο φύτεψαν τη τριανταφυλλιά που με γέννησε. Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που κάποιος αποφάσισε να κλαδέψει την ελιά που στέκει λίγο παραδίπλα ,ακλόνητη εδώ και δεκαετίες. Ακούστηκε για μερικές στιγμές ο ήχος του πριονιού που σκίζει το ξύλο, και μετά είδα ένα τεράστιο κλαρί,φορτωμένο με εκατοντάδες καρπούς να κρύβει τον συννεφιασμένο ουρανό και να πέφτει πάνω μου. Το βάρος του έκοψε το λεπτό κλαρί που με κρατούσε και τα φύλλα με αγκάλιασαν, με απέσπασαν απ'το υπόλοιπο φυτό και με πήραν μαζί τους,για να προσγειωθούμε εν τέλει στο στρωμένο λιόπανο. Έτσι ξέμεινα εκεί,θαμμένο . Συχνά πυκνά,έπεφταν κι άλλα κλαριά και κάλυπταν τις λίγες χαραμάδες που άφηναν το φως να περνά,όποτε λίγες ώρες μετά,γύρω μου βασίλευε το απόλυτο σκοτάδι. Αυτ...

Τετράδιο εντυπώσεων

Εικόνα
 ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΕΝΤΥΠΩΣΕΩΝ Ούτε που το κατάλαβα πως πέρασαν οι ώρες στο μουσείο. Μου φαίνεται πως μόλις μπήκα,πως ακόμα δεν έχω δει τίποτε,μα να σου που ο Φύλακας μου λέει επίμονα να φύγω,γιατί το μουσείο κλείνει. "Άσε με λίγο ακόμα",λέω παρακλητικά, μα εκείνον δεν τον νοιάζει και ,πιάνοντας με απ΄τον ώμο , με οδηγεί στην έξοδο.  Βγαίνω από τον εκθεσιακό χώρο,και κοντοστέκομαι στη γραμματεία. Δίπλα στα σουβενίρ και τις κάρτες, αντικρίζω το μεγάλο,φθαρμένο από τα χρόνια και τους επισκέπτες τετράδιο εντυπώσεων. Πιάνω το στυλό που είναι αφημένο δεξιά του,και ετοιμάζομαι να γράψω. Θέλω να γράψω κάτι καλό, κάτι εντυπωσιακό, για να το δουν και οι αυριανοί επισκέπτες. Σκέφτομαι στα γρήγορα ένα πομπώδες κείμενο, που περιγράφει τον ενθουσιασμό μου. Μα με το που ακουμπάω τη μύτη στο χαρτί, συνειδητοποιώ ότι κανείς δεν θα κάτσει να το διαβάσει, έτσι μεγάλο και άχαρο που είναι. Όλοι θα το παρακάμψουν. Αποφασίζω λοιπόν, να κάνω ένα σκίτσο δίπλα του, για να τραβήξει τα βλέμματα, και στη...